μείον


μείον
[мной] εκίρ. меньше,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "μείον" в других словарях:

  • μείον — (I) το (ΑM μεῑον, ονος) βλ. μείων. (II) μεῑον, ου, τὸ (Α) το πρόβατο το οποίο προσφερόταν κατά την τρίτη ημέρα τής εορτής τών Απατουρίων, που τελούνταν στην αρχαία Αθήνα, από πατέρα ως θυσία μαζί και δώρο για την εγγραφή τού γιου του στους… …   Dictionary of Greek

  • μείον — επίρρ. ποσοτ. 1. λιγότερο. 2. (μαθημ.), όρος της αφαίρεσης: Δέκα μείον έξι ίσον τέσσερα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μεῖον — μείων lesser masc/fem voc comp sg μείων lesser neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μείον' — μείονα , μείων lesser neut nom/voc/acc comp pl μείονα , μείων lesser masc/fem acc comp sg μείονι , μείων lesser dat comp sg μείονε , μείων lesser nom/voc/acc comp dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεῖος — μεῖον neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μείων — ον (ΑM μείων, ον, Α και σπαν. μειότερος, τέρα, τερον) (ανώμ. συγκρ. τού μικρός ή ολίγος) νεοελλ. μαθ. (το ουδ.) μείον το σημείο τής αφαίρεσης, που παριστάνεται με το σύμβολο , αλλ. πλην αρχ. μσν. 1. μικρότερος ή λιγότερος («μειόνων επαίνων»,… …   Dictionary of Greek

  • εισόδημα — Ροή χρημάτων, αγαθών ή υπηρεσιών προς ένα πρόσωπο ή οικονομική μονάδα σε μια ορισμένη χρονική περίοδο. Συνήθως αποτελεί την απόδοση ή την ανταμοιβή ενός συντελεστή παραγωγής, όπως είναι ο μισθός για την εργασία, ο τόκος για το κεφάλαιο, το… …   Dictionary of Greek

  • ισοζύγιο πληρωμών — Οι χρηματοοικονομικές ροές μίας χώρας με το εξωτερικό σε μία ορισμένη χρονική περίοδο (συνήθως το έτος). Το ι.π. διαρθρώνεται σε διαδοχικά επίπεδα και είναι εξ ορισμού ισοσκελισμένο. Οι όποιες αποκλίσεις παρουσιάζονται στην πράξη είναι προϊόν… …   Dictionary of Greek

  • менее — меньше – нареч., меньший, меньшой, укр. менше, менший, блр. менше, меншы, др. русск., ст. слав. мьн̂е minus , мьн̂ии, мьн̂ьши, мьн̂е ἑλάττων (Супр.), сербохорв. ма̏њ кроме , ма̏њма меньше , словен. mànj, mȃnjši, чеш. meně менее , menši, слвц.… …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • Isthmian Games — The Isthmian Games or Isthmia (ancient Greek Ἴσθμια) were one of the Panhellenic Games of Ancient Greece, and were named after the isthmus of Corinth, where they were held. As with the Nemean Games, the Isthmian Games were held both the year… …   Wikipedia